Παίρνω άδεια από τη ζωή και πηγαίνω να πάρω ανάσες γεμάτες ζωή. Να γεμίσω Ζωή θέλω.
Τα αρώματα και τα χρώματα είναι ήδη εκεί και με περιμένουν. Εγώ απλά εισβάλλω δυναμικά.
Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, έχω μπει στον κόσμο που αγαπώ. Στον κόσμο που λατρεύω.
Είναι στ' αλήθεια εδώ η αυλή του Παραδείσου ή εγώ τη βλέπω έτσι; Απλά είναι η αυλή μου.
Η αυλή μας. Η αυλή του πατρικού. Με άρωμα Μαμάς. Με άρωμα Μπαμπά. Με άρωμα γάτων!
Καθώς, από τους τέσσερις τους (συν γάτα και γατόπαιδο!) δεν ξέρει ποιος να με πρωτοδεχτεί!
Κι εγώ πάλι, δεν ξέρω ποιον να πρωτοαγκαλιάσω. Ή μάλλον, ξέρω.... Κι εκεί μέσα αφήνομαι.....
Οι αγκαλιές τους είναι δυό απάνεμα λιμάνια κι εγώ δεν αγαπώ το πέλαγο. Την απανεμιά μόνο.
Βάλε κιόλας με το νου πως έχω έρθει προαποφασισμένη, να ζήσω όσα αγαπώ, όσα λαχταρώ.
Η μαμά λέει πως ήμουν από πάντα ένα πολύ χαδιάρικο παιδί. Το "παιδί" με περιμένει ήδη εδώ.
Παίρνω αγκαζέ λοιπόν τον εγωκεντρισμό μου και εγκαθίσταμαι εδώ με όλες μου τις αισθήσεις.
Για όσο μείνω, θέλω να είμαι μόνο παιδί. Ο μπαμπάς. Η μαμά. Και το παιδί τους. Κανείς άλλος.
Κι απελευθερώνω τις αισθήσεις μου και ζω όσα ζούσα ως παιδάκι ή όσα θα ήθελα να ζήσω.
Απλά, τώρα γίνεται πιο συνειδητά, πιο ουσιαστικά, πιο "στημένα". Είναι που...μαζεύω στιγμές!
Κλείνω συνειδητά την "ομπρέλα", να βρέχει στιγμές και να πέφτουν επάνω μου με ορμή!
Το πρωινό μας μυρίζει αχνιστό καφέ, στην πίσω αυλή που έχει σκιά. Κάτω από το δέντρο μου.
Κουβεντούλα για όλα και για τίποτα. Ζεστά κουλούρια της μαμάς. Οι γατούλες στα πόδια μου.
Κι έπειτα εγώ ανοίγω το βιβλίο κι η μαμά με τον μπαμπά παίζουν μπιρίμπα. Στο ίδιο τραπέζι.
Οι κατιφέδες γύρω μας μοσχοβολούν και το φαγητό αρχίζει να μοσχομυρίζει μες στο φούρνο.
Το μεσημέρι τρώμε οι τρεις μας στην μπροστινή αυλή, που στο μεταξύ έχει έρθει κι η σκιά.
Κόκκινο κρασί στο τραπέζι και -δεν ξέρω πως γίνεται αυτό- μα το φαγητό είναι πεντανόστιμο.
Η μεσημεριάτικη σιέστα, απαραίτητη και για τους τρεις, με βυθίζει ανέμελα στην ξεκούραση.
Ξυπνώ γιατί είναι η ώρα του απογευματινού καφέ, της απογευματινής μπιρίμπας, των γέλιων.
Κάθομαι και τους κοιτώ όταν δεν το ξέρουν. Τους παρατηρώ και τους "αποθηκεύω" μέσα μου.
Είμαι εδώ μετρώντας ρυτίδες, χαμόγελα, αστεία, χάδια, φιλιά, ξενοιασιά, αγωνία, ενδιαφέρον.
Σε κάθε ευκαιρία τους αγκαλιάζω και σφίγγομαι επάνω τους. Αλλιώς, εφευρίσκω τις ευκαιρίες.
Κι εξορίζω συνειδητά, όσες στιγμές με πλήγωσαν, όσες στιγμές με έκαναν να κλάψω πικρά.
Ο μπαμπάς διηγείται στιγμές από τα χρόνια της ορφάνιας αλλά και της ελεεινής φτώχειας.
Η μαμά θυμάται πάντα τη γιαγιά και τον παππού και μου λέει ιστορίες. Και μετά διάβασμα.
Ο μπαμπάς -στα όρια της άνοιας- σταμάτησε πια να διαβάζει. Διάβαζε κυρίως βιογραφίες.
Κι όλο αστειεύεται που εγώ με τη μαμά διαβάζουμε: "Πάει! Εγώ θα μείνω στην ίδια τάξη!"
Τα βράδια μας κυλούν ήρεμα, μέσα σε μια σίγουρη πλάνη: είμαι εδώ και με προσέχουν.
Στην ουσία, έχω την έννοια τους κι είμαι εγώ ο γονιός κι είναι εκείνοι τα δυο παιδιά μου.
Δεν ξέρω αν το νιώθουν, μα εδώ, δίπλα τους, παίρνω δύναμη, μα και τους δίνω όση μπορώ.
Οι στιγμές μου μαζί τους δεν είναι ποτέ αρκετές, μα παράγω στιγμές παρακαταθήκης.
(Το Κείμενο Αποτελεί Προϊόν Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται Ρητά η Αντιγραφή και η Αναδημοσίευση)