Οι ζωές τών ανθρώπων περνούν ξορκίζοντας κι αποχαιρετώντας
Ο μπαμπάς κι η μαμά καθάριζαν φασολάκια όταν τής έκανε πρόταση γάμου κι η μαμά είπε ναι. Ήταν μιά ζεστή μέρα τού Αυγούστου όταν αντάλλαξαν όρκους αιώνιας πίστης κι αγάπης. Κι είναι ίσως το μοναδικό ζευγάρι, που, μερικές δεκαετίες μετά, ανανέωσαν τους όρκους τους την ίδια ακριβώς ημερομηνία ενός ζεστού Αυγούστου. Όπου η μαμά πήγε να παντρευτεί τον μπαμπά στον ουρανό κι έκτοτε λείπουν για ταξίδι τού μέλιτος στο σύμπαν. Άλλωστε αγαπούν τόσο πολύ τα ταξίδια και οι δυο...
Είμαι ορφανό. Ορφάνεψα ένα ζεστό και όμορφο βράδυ τού Αυγούστου, εκεί που λες πως τίποτα δεν μπορεί να συμβεί. Από εκείνη την στιγμή, έχω γίνει χρονοταξιδιώτης και "περιφέρομαι" μέσα σε στιγμές τού παρελθόντος που παλιά δεν θυμόμουν καν ότι είχαν συμβεί: Ο φλεβαριάτικος βοριάς τρυπά το ξύλινο παράθυρο, και εισβάλλει σαν ακριβό άρωμα στα ρουθούνια μου, καθαρίζοντας το μέσα μου. Ψήνομαι στον πυρετό και θέλω τον μπαμπά μου κι ένα σοκολατάκι. Μα πρώτα πρέπει να κάνω την ένεση..
..........................................................................................................................
Μιά παγωμένη νύχτα τού Δεκέμβρη, όταν τα σύννεφα μπερδεύτηκαν γλυκά στα κλαδιά, και πρόβαλλε η πανσέληνος, "έφυγε" ο μπαμπάς.. Έπεσε στους ώμους μου το βάρος να το ανακοινώσω στη μαμά, κι ενώ η καμπάνα τού χωριού χτυπούσε πένθιμα και με ράγιζε. Ε, λοιπόν, χίλιες φορές να ακούσεις τον πένθιμο ήχο τής καμπάνας, πίστεψέ με, όταν χτυπά για να αποχαιρετήσει τον μπαμπά σου και την μαμά σου, ο ήχος μετατρέπεται σε οδύνη, κι είναι το ίδιο βαρύς με την καμπάνα. Ασήκωτος..
Μάνα μου, είμαι σίγουρη πως, αν πάω τώρα στο παραθαλάσσιο εξοχικό μας, θα σε βρω εκεί πλάι στο κύμα, 86 χρονών θηλυκό, να περπατάς με το μπλε μαγιό σου το ολόσωμο - και να τρίζουν οι πέτρες τής θάλασσας..
..........................................................................................................................
Μόλις έναν χρόνο μετά, θα αρχίσει σταδιακά κι επώδυνα, η εκδίκηση τής άνοιας, που δεν σε χώνεψε ποτέ, ολοφάνερο, κι από τότε που είχε ρίξει τα δίχτυα της μες στο σπίτι μας το πατρικό, αποφάσισε να ριζώσει. Οι ρίζες της έτρωγαν τις ρίζες σου, μα εποφθαλμιούσε τον κορμό, τα κλαδιά και τα λουλούδια σου, μάνα μου. Αυτή βάλθηκε να σε μετατρέψει ύπουλα σε χαλασμένο παιχνιδάκι. Παράλληλα όμως (πώς το κατάφερε αυτό το μαγικό!), σου εξάλειφε τον αυταρχισμό σου, σε έκανε την μάνα που ονειρευόμουν από πάντα, σε έκανε την μάνα που αγάπησα άνευ όρων!
..........................................................................................................................
..........................................................................................................................
Όμως εγώ γι' αυτό πάλευα όλα τα χρόνια, έστω και μέσα από τις μεγάλες συγκρούσεις, αλλά η λατρεία μου για εσάς δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Κι όσο σε περικύκλωνε η άνοια, τόσο πιο πολύ σε στήριζα, σε αγαπούσα, σού(μάς) δημιουργούσα όμορφες στιγμές, σου τηλεφωνούσα όλο και πιο συχνά, σου αγόραζα ζωγραφιές και μαρκαδόρους, παίζαμε μπιρίμπα, περπατούσαμε παρέα. (Θυμάσαι τα τσιγάρα που καπνίζαμε στη βεράντα χαχανίζοντας;)
..........................................................................................................................
.jpg)


Αχ κοριτσάκι μου, με κομμάτιασες... (ξέρεις εσύ, ξέρουμε και οι δύο...)
ΑπάντησηΔιαγραφή